δεῖμα

δεῖμα, ατος, τό, ([etym.] δέος)
A fear,

δεῖμα φέρων Δαναοῖσι Il.5.682

;

φρένα δείματι πάλλων S.OT153

(lyr.);

δ. ἔλαβέ τινα Hdt.6.74

; ἐς δ. πεσεῖν, ἐν δείματι κατεστάναι, Id.8.118,36; opp. θάρσος, Aen.Tact.16.3: pl., S.El.636;

φόβοι καὶ δ. Th.7.80

, Phld.D.1.22, etc.
II object of fear, terror,

ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ. S.Ph.927

;

ἐκ δ. του νυκτέρου Id.El. 410

; ἀντιπάλοις δ. a terror to them, Epigr.Gr.343 ([place name] Germa): esp. in pl.,A.Pr.691 (lyr.), Ch.524, A.R.4.735; δειμάτων ἄχη fearful plagues or monsters, A.Ch.586 (lyr.);

δ. θηρῶν E.HF700

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δείμα — δεῑμα, το (Α) 1. φόβος, τρόμος («δεῑμα φέρων Δαναοῑσι» προκαλώντας τρόμο στους Δαναούς) 2. ό,τι προκαλεί φόβο, φόβητρο («ἐκ δείματος τοῡ νυκτέρου» από τον νυχτερινό εφιάλτη) 3. φρ. «δειμάτων άχη» τρομερές συμφορές (ή τέρατα). [ΕΤΥΜΟΛ. < *δFεῑ… …   Dictionary of Greek

  • Δεῖμα — Δείμας masc voc sg (doric aeolic) Δείμας masc nom sg (epic doric aeolic) Δεῖμα fear fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεῖμα — δέμω build aor ind act 1st sg (homeric ionic) δεῖμα fear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δεῖμ' — Δεῖμα , Δείμας masc voc sg (doric aeolic) Δεῖμα , Δείμας masc nom sg (epic doric aeolic) Δεῖμαι , Δείμας masc nom/voc pl (doric aeolic) Δεῖμα , Δεῖμα fear fem nom/voc sg Δεῖμαι , Δεῖμα fear fem nom/voc pl Δεῖμε , Δεῖμος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δείμας — Δείμᾱς , Δείμας masc acc pl (doric aeolic) Δείμᾱς , Δείμας masc nom sg (epic doric aeolic) Δεί̱μᾱς , Δεῖμα fear fem acc pl Δεί̱μᾱς , Δεῖμα fear fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείμασι — δείμᾱσι , δέμω build aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) δεί̱μασι , δεῖμα fear neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείμασιν — δείμᾱσιν , δέμω build aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) δεί̱μασιν , δεῖμα fear neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δείμαο — Δείμᾱο , Δείμας masc gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείμας — δείμᾱς , δέμω build aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείμασαν — δείμᾱσαν , δέμω build aor part act fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Delphische Maximen — Delta Inhaltsverzeichnis 1 Δαιδάλου πτερά 2 Δαμόκλειος σπάθη …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.